αἱμάτωσις

αἱμᾰτ-ωσις, εως, ,
A changing into blood, Gal.6.256, 8.350.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αἱμάτωσις — changing into blood fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱματώσει — αἱμάτωσις changing into blood fem nom/voc/acc dual (attic epic) αἱματώσεϊ , αἱμάτωσις changing into blood fem dat sg (epic) αἱμάτωσις changing into blood fem dat sg (attic ionic) αἱματόω make bloody aor subj act 3rd sg (epic) αἱματόω make bloody… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱματώσεις — αἱμάτωσις changing into blood fem nom/voc pl (attic epic) αἱμάτωσις changing into blood fem nom/acc pl (attic) αἱματόω make bloody aor subj act 2nd sg (epic) αἱματόω make bloody fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱμάτωσιν — αἱμάτωσις changing into blood fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • hematosis — ► sustantivo femenino FISIOLOGÍA Conversión de la sangre venosa en arterial que se produce en los pulmones. IRREG. plural hematosis SINÓNIMO [arterialización] * * * hematosis (del gr. «haimátōsis», cambio en sangre) f. Fisiol. Conversión de la… …   Enciclopedia Universal

  • αιμάτωση — η (Α αἱμάτωσις) [αἱματῶ] νεοελλ. 1. η τροφοδότηση με αίμα μιας περιοχής τού σώματος 2. ρύση αίματος από αγγεία τού σώματος·|| αρχ. μετατροπή σε αίμα, αιματοποίηση …   Dictionary of Greek

  • αιματώ — (I) ( άω) (Α αἱματῶ) [αἷμα] διψώ για αίμα. (II) αἱματῶ ( όω) (Α) 1. αιματώνω, βρέχω με αίμα 2. σφάζω, φονεύω 3. μεταβάλλω (την τροφή) σε αίμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἷμα. ΠΑΡ. αρχ. αἱμάτωσις] …   Dictionary of Greek

  • αἱματώσεων — αἱματώσεω̆ν , αἱμάτωσις changing into blood fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱματώσεως — αἱματώσεω̆ς , αἱμάτωσις changing into blood fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱματώσῃ — αἱματώσηι , αἱμάτωσις changing into blood fem dat sg (epic) αἱματάω to be bloodthirsty pres part act fem dat sg (attic epic ionic) αἱματόω make bloody aor subj mid 2nd sg αἱματόω make bloody aor subj act 3rd sg αἱματόω make bloody fut ind mid 2nd …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • hematosis — (Del gr. αἱμάτωσις, cambio en sangre). f. Biol. Oxigenación de la sangre …   Diccionario de la lengua española

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.